Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η γλώσσα του έθνους

Πρέπει να διδάσκονται τα Αρχαία Ελληνικά στο Γυμνάσιο ή όχι; Σε πρόσφατο κείμενό τους που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο (ιστότοπος esos, 18.6.2016), κάμποσες δεκάδες γλωσσολόγοι και παιδαγωγοί επιχειρηματολογούν υπέρ του όχι –να μη διδάσκονται. Τα επιχειρήματά τους είναι λογικά αρθρωμένα και θεωρητικά θεμελιωμένα. Όμως δεν πρόκειται να πείσουν παρά μόνον τους πεισμένους. Διότι η τωρινή αντιπαράθεση για τα Αρχαία επιφανειακά μόνο είναι μια φιλολογική, γλωσσολογική ή παιδαγωγική διαμάχη. Πίσω της κρύβει την παλιά διαμάχη, την πραγματική διαμάχη, για το ελληνικό έθνος και τη νοηματοδότησή του... Ο τρόπος που νοηματοδοτεί κάποιος το οικείο έθνος και την εθνική μας ταυτότητα είναι ο λόγος που τον ωθεί προς τη μία ή την άλλη θέση. Έτσι ήταν από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους (και λίγο πριν από αυτή), έτσι είναι και τώρα.

Όταν στις αρχές του 19ου αιώνα ο Αδαμάντιος Κοραής πρότεινε τη μέση οδό, θεμελιώνοντας τη γλώσσα που αργότερα ονομάστηκε «καθαρεύουσα», δεν το έκανε διότι μια τέτοια επιλογή ήταν γλωσσολογικά ορθή ή παιδαγωγικά αποτελεσματική. Το έκανε διότι οι επαναστατημένοι Ρωμιοί αναζητούσαν το πρόσωπό τους στον καθρέφτη της Δύσης. Κι εκεί έβλεπαν τον Περικλή, τον Ευριπίδη, τον Πλάτωνα· έβλεπαν τους Έλληνες –σε αυτούς, λοιπόν, έπρεπε να μοιάσουν οι επαναστατημένοι αν ήθελαν να καταξιωθούν στο βλέμμα των πεπολιτισμένων εθνών. Σε κείνο τον καθρέφτη, τα ρωμαίικα, η ως τότε καθομιλουμένη με τις πολλές της διαλέκτους, φάνταζε ρακώδες ιδίωμα, σκιά της εκλεπτυσμένης ελληνικής. Ήταν η γλώσσα του ραγιά που έφερε στο κορμί της τα δήγματα του δυνάστη. Ο καθαρισμός της από τα ξένα δάνεια, ο εμπλουτισμός και η αναμόρφωσή της με δομικά υλικά της αρχαίας ένδοξης, πρόβαλλε ως επείγουσα, επιτακτική εθνική ανάγκη. Στην προσπάθεια αυτή στρατεύτηκαν εκατοντάδες λόγιοι, δημοσιογράφοι, ποιητές, νομοθέτες και δάσκαλοι σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα. Αλλάζανε καθημερινά τη γλώσσα του έθνους με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο που οι αρχιτέκτονες αλλάζαν την εικόνα της Αθήνας γεμίζοντάς την περίλαμπρα νεοκλασικά.

Θα χρειαστεί ολόκληρος ο 19ος αιώνας για να μορφοποιηθεί και να κρυσταλλωθεί η καθαρεύουσα. Μα το έθνος γλώσσα δεν απόκτησε. Μόνο το 3% των νέων κάθε γενιάς, όσοι τελειώναν τη Μέση Εκπαίδευση, ήταν σε θέση να χειριστούν με επάρκεια την επίσημη γλώσσα. Και, βέβαια, όλοι αυτοί, όντας ορθολογικά όντα, φρόντιζαν να αξιοποιούν πολλαπλά τη νέα τους ικανότητα, για την οποία άλλωστε τόσο κόπο και χρόνο κατέβαλαν. Την αξιοποίησαν ως προσόν για την εξεύρεση μιας καλά αμειβόμενης εργασίας (συνήθως στον κρατικό μηχανισμό ή στις εμπορικές επιχειρήσεις του έξω ελληνισμού), μα επίσης ως επίσημο γλωσσικό ένδυμα που αποσκοπούσε στη γενικότερη κοινωνική τους καταξίωση –ως δομικό στοιχείο εν τέλει της νέας τους ταξικής ταυτότητας. Με τη συνεισφορά, λοιπόν, και του σχολείου η νεόκοπη ελληνική μεσοαστική τάξη απόκτησε τη δική της γλώσσα. Απόκτησε επίσης κάτι ολίγα από ποίηση και καλή λογοτεχνία. Πολύ λιγότερα από επιστήμη και φιλοσοφία –διότι, βέβαια, τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. Οι πολλοί, όμως, οι άνθρωποι της υπαίθρου και οι φτωχοί των πόλεων –όσοι συγκροτούσαν τον κορμό του έθνους– ξέμειναν με ό,τι είχαν και πριν τη συγκρότηση του κράτους. Ακόμα χειρότερα: Έμαθαν να ντρέπονται γι’ αυτά που είχαν.

Η αμφισβήτηση θ’ αργήσει, μα θα ’ρθεί. Κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα οι νέοι ποιητές θα αναζητήσουν έμπνευση και ερείσματα στη ζωή της υπαίθρου. Μαζί με τα θεματικά και τα μορφολογικά μοτίβα θα ξεπατικώσουν και τα γλωσσικά. Η δημοτική γλώσσα θα βρει τους πρώτους –ύστερα από τον Σολωμό– άξιους τεχνίτες της. Μα το νέο, ελπιδοφόρο ρεύμα θα αυτοπεριοριστεί δειλά –σχεδόν ενοχικά– στα χωρικά ύδατα της ποίησης. Οι «σοβαρές» πνευματικές ενασχολήσεις θα παραμένουν δέσμιες της καθαρεύσουσας. Όσα, λοιπόν, και αν συνεισέφερε ο Παλαμάς δεν αρκούσαν. Θα χρειαστεί ο Ψυχάρης, ένας καταξιωμένος στη Δύση επιστήμονας και διανοούμενος, για να θέσει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων – έτσι άλλωστε συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις που μια αδιέξοδη πορεία καθηλώνει τα έθνη σε πνευματικό τέλμα. Το εναρκτήριο λάκτισμα έρχεται απ’ έξω. Στην κορύφωση του ελληνικού εθνικισμού, όταν όλοι αναζητούσαν τη διέξοδο στη διεύρυνση των φυσικών συνόρων –στον πόλεμο!– ο Ψυχάρης θα φωνάξει πως αυτό είναι αναγκαίο, ίσως αναπόφευκτο, μα δεν αρκεί: «Ένα έθνος, για να γίνει έθνος, θέλει δυο πράματα· να μεγαλώσουν τα σύνορά του και να κάμει φιλολογία δική του». Διότι «γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο» και, άρα, «να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας». Είπε, δηλαδή, ό,τι είχε πει κι ο Κοραής προεπαναστατικά, με μόνη διαφορά πως τώρα η εθνική γλώσσα δεν είναι η ευκλεής καθαρεύουσα αλλά η καταφρονεμένη δημοτική, η γλώσσα του λαού. Ύστερα από έξι άγονες δεκαετίες, ο Ψυχάρης θα γκρεμίσει τα «είδωλα» με μια δήλωση που όφειλε την ισχύ της στη λιτότητα και τη σαφήνειά της: «μόνο τη δημοτική είναι δυνατό να καλλιεργήσουμε και να γράψουμε».

Θα χρειαστούν τριάντα ακόμα χρόνια για να υιοθετηθεί από το σχολείο η απλή αυτή φρασούλα. Στο μεταξύ, η εμμονική προσήλωση στη γραμματική και το συντακτικό της αρχαίας ξεκινούσε από την πρώτη κιόλας του Δημοτικού. Στο Ελληνικό Σχολείο (τον πρώτο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) είχε αρπάξει το 40% του εβδομαδιαίου προγράμματος. Διότι η αλήθεια δεν αρκεί. Έπρεπε να ’ρθουν τελικώς οι πόλεμοι, να διευρυνθούν τα σύνορα και να ανακύψει επιτακτικά το αίτημα της ένταξης των ξενοφώνων. Γράφει στα 1915 ο Δημήτρης Γληνός: «Παντού όπου στη Μακεδονία λ.χ. συγκρούστηκεν η καθαρεύουσα με μιαν άλλη ζωντανή γλώσσα, νικήθηκε. Ο βουλγαρόφωνος προσπαθούσε με χίλιες θυσίες και κόπους και με επιμονή αξιοθαύμαστη να μάθη τη γλώσσα, που του παρουσίαζεν ο δάσκαλος, ο αντιπρόσωπος του έθνους. Κι αν κατάφερνε να διαβάζη και να καταλαβαίνη οπωσδήποτε τα βιβλία, έβρισκεν ύστερα πως στην προσωπική επικοινωνία προς τους άλλους ομοεθνείς του ήταν άχρηστη. Να μιλάη ελληνικά δεν ήξερε. Κρατούσε λοιπόν τα βουλγάρικα». Πλάι σε αυτό το κεντρικό εθνικό διακύβευμα (τη γλωσσική αφομοίωση των ξενοφώνων), αξεδιάλυτα μαζί με αυτό, θα ανακύψει και το πολιτικό. Η νέα μεγάλη Ελλάδα θα παρέμενε πεπαλαιωμένη και τελικά μικρή, ελάχιστη, αν δεν μετασχηματιζόταν ταχέως σε μια σύγχρονη δημοκρατία με αναπτυγμένη βιομηχανία. Και σε τούτον τον αστικό εκσυγχρονισμό που ευαγγελίζονταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι Φιλελεύθεροι, η δημοτική γλώσσα είχε να συνεισφέρει πολλά. Ήταν το κατάλληλο εργαλείο για τη διάχυση της γνώσης –των θετικών επιστημών που θα στήριζαν τη βιομηχανική ανάπτυξη, των ανθρωπιστικών που θα διαμόρφωναν τον δημοκρατικό πολίτη. Από ρομαντικό κίνημα αρχικά, ο δημοτικισμός έγινε ένας όψιμος διαφωτισμός.

Ο δρόμος χαράχτηκε, μα αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσβατος. Όσοι είχαν συνδέσει την επαγγελματική τους ταυτότητα ή την κοινωνική τους θέση με την κατοχή και τη χρήση της καθαρεύουσας θα αντιδράσουν μανιασμένα. Θα ανακαλύψουν πίσω από τον δημοτικισμό όλα τα σκοτεινά παγκόσμια κέντρα που μηχανορραφούν (μην έχοντας τι άλλο να κάνουν) εναντίον του οικείου έθνους: τον πανσλαβισμό, την αθεΐα, τη μασονία και τελικώς –ύστερα από την Οκτωβριανή Επανάσταση– τον κομμουνισμό. Έγραφε η εφημερίδα Εμπρός στα 1925: «Ώστε ο μαλλιαρισμός δεν είναι πλέον το σιχαμερόν αλλ’ ακίνδυνον σκουλήκι, το ρυπαίνον μόνον την γλώσσαν. Δεν είνε πλέον απλή παραφροσύνη μερικών εκπαιδευτικών κεφαλών. Aλλ’ είνε σάραξ κατατρώγων το κράτος, την θρησκείαν, την κοινωνίαν, τον στρατόν, την οικογένειαν. Eίνε κομμουνιστική οργάνωσις ετοιμάζουσα την γενικήν ανατροπήν». Η κακόπιστη αυτή επίθεση είχε στόχο την εξαιρετική δουλειά που ξεδίπλωσε τότε ο Αλέξανδρος Δελμούζος στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Με τέτοιας ποιότητας εργαλεία προσπάθησε η συντηρητική διανόηση και η πολιτική τάξη της χώρας να αναχαιτίσει το κίνημα του δημοτικισμού. Και λίγο πολύ τα κατάφερε ως το 1976, ωσότου η ανανεωμένη Δεξιά υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αποδέχθηκε επιτέλους όσα επί έξι δεκαετίες πολεμούσε.
Στην αποδοχή αυτή συνεισέφεραν ανάμεσα σε άλλα και οι κατακτήσεις του δημοτικισμού στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει. Αναγνωστικά σύμβολα (όπως τα Ψηλά Βουνά, του Ζαχαρία Παπαντωνίου), συστηματικές δουλειές υποδομής (όπως η Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη), μα επίσης ολόκληρα λογοτεχνικά ρεύματα (όπως η περιβόητη Γενιά του ’30) προσέδωσαν στη δημοτική γλώσσα την εσωτερική συνέπεια, την εκλέπτυνση, την αναγκαία γοητεία για να επικρατήσει. Ως μία από αυτές τις κατακτήσεις θα πρέπει να ιδωθεί και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964. Υπό τη διεύθυνση του παιδαγωγού Ευάγγελου Παπανούτσου και με την κρίσιμη συμβολή του φιλολόγου Ιωάννη Κακριδή (ο οποίος ανέλαβε τότε την προεδρία του νεοσύστατου Παιδαγωγικού Ινστιτούτου) θα εισαχθεί η δημοτική στα Γυμνάσια, θα εξοβελιστούν τα Αρχαία και θα δοκιμαστεί μια πιο ουσιαστική επαφή των μαθητών με την κλασική γραμματεία μέσα από δόκιμες μεταφράσεις. Ήταν μια από τις στιγμές εκείνες, που ως χώρα και ως έθνος δοκιμάζαμε να αναμετρηθούμε με το μέλλον συνομιλώντας δημιουργικά με το παρελθόν.
Το γεγονός ότι σήμερα, μισό αιώνα αργότερα, καλούμαστε να δώσουμε ξανά τις ίδιες μάχες και μάλιστα υπό δυσμενέστερους όρους (διότι απέναντί μας δεν έχουμε εκείνη τη σκονισμένη συντηρητική διανόηση και την ξεφτισμένη πολιτική τάξη, αλλά ένα ετερόκλητο πλήθος πολιτών, πολιτικών και επιστημόνων με ρευστά πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά) φανερώνει, φοβούμαι, τα αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει η χώρα και τη συνακόλουθη σύγχυση και απώλεια προσανατολισμού αυτής της συλλογικής πολιτισμικής οντότητας που αποκαλούμε ελληνικό έθνος –ίσως ακόμα και εκείνης της μερικότερης που αποκαλούμε ελληνική Αριστερά. Δεν είναι ευχάριστο. Ούτε δημιουργικό. Μα θα το πράξουμε. Διότι δεν διαλέγουμε την εποχή που θα ζήσουμε, άρα ούτε τις μάχες που θα δώσουμε. Αυτές μας διαλέγουν.
Χάρης Αθανασιάδης, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου